Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ-ΔΥΣΛΕΞΙΑ


Βασιλική Χαϊντούτη                                                   
Δασκάλα ειδικής αγωγής          
                  
                          


Τι εννοουμε με τον ορο Μαθησιακες Δυσκολιες

Ο όρος χρησιμοποιείται στις ΗΠΑ για να περιγράψει τις ειδικές δυσκολίες μάθησης και στη Βρετανία υπεργενικευμένα για να περιγράψει όλα τα προβλήματα μάθησης- επίδοσης και συμπεριφοράς (ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες). Από τους παιδαγωγούς χρησιμοποιείται για κάθε πρόβλημα σχολικής υποεπίδοσης και από τους γιατρούς για κάθε αναπτυξιακή διαταραχή.

Αν προσεγγίσουμε τον όρο  παιδαγωγικοκεντρικά,  συναντάμε την περιγραφή του Samuel Kirk (1963) όπως ενσωματώθηκε στο νόμο 91/230 των ΗΠΑ (Children with Specific Learning Disabilities Act, 1969), η οποία ορίζει πως:
"Τα παιδιά με Μαθησιακές Δυσκολίες παρουσιάζουν κάποια διαταραχή σε μία  ή περισσότερες από τις βασικές ψυχολογικές διεργασίες που αφορούν την κατανόηση ή τη χρήση του προφορικού ή γραπτού λόγου. Οι διαταραχές αυτές μπορεί να εκδηλωθούν ως διαταραχές στην κατανόηση, στη σκέψη, στο λόγο, στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία ή στην αριθμητική. Εμπεριέχουν συνθήκες όπως αντιληπτικές ανεπάρκειες, εγκεφαλική βλάβη, ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία, δυσλεξία, εξελικτική αφασία κλπ. Στις Μαθησιακές Δυσκολίες δεν εντάσσονται εκείνα τα προβλήματα μάθησης που οφείλονται σε οπτικές ακουστικές ή κινητικές ανεπάρκειες, σε νοητική καθυστέρηση, σε συναισθηματικές διαταραχές ή σε περιβαλλοντική αποστέρηση".

Μελέτες υποστηρίζουν πως οι μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα στ' αγόρια παρά στα κορίτσια, με άγνωστους τους λόγους που οδηγούν σ' αυτό.

Τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες διαθέτουν διαφορετικούς τρόπους αντίληψης και επεξεργασίας των πληροφοριών. Πρακτικά κάτι τέτοιο σημαίνει πως τα άτομα αυτά μπορούν να μάθουν και να προοδεύσουν ακαδημαϊκά, φτάνει να τύχουν διαφορετικού τρόπου διδασκαλίας από αυτόν που συνηθίζεται.


Χαρακτηριστικα και αιτιολογια της δυσλεξιας

Πρόκειται για μια σοβαρή διαταραχή, η οποία συνδέεται με ανωμαλίες στην περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει τις γλωσσικές λειτουργίες. Εκδηλώνεται ως αδυναμία αντίληψης της φωνολογικής δομής της γλώσσας, γεγονός που εμποδίζει την επεξεργασία γλωσσικών πληροφοριών και την απομνημόνευση προφορικού λόγου. Τα άτομα που παρουσιάζουν δυσλεξία δυσκολεύονται να αποδώσουν τις σωστές αντιστοιχίες γραμμάτων-φωνημάτων, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην οικοδόμηση και κατάκτηση του βασικού μηχανισμού ανάγνωσης και γραφής. Πιο συγκεκριμένα:

Δυσλεξία είναι η μαθησιακή δυσκολία στην επεξεργασία του λόγου που εκδηλώνεται κυρίως στην ανάγνωση, τη γραφή και την ορθογραφία. Είναι μια διαταραχή που παρατηρείται κυρίως σε παιδιά, κατά την οποία, παρόλο που μπορεί να υπάρχει φυσιολογική ευφυία, κανονικό κοινωνικοπολιτιστικό περιβάλλον και επαρκής εκπαίδευση, το παιδί δυσκολεύεται υπερβολικά στην ανάγνωση και στη γραφή.
(Παγκόσμια Νευρολογική Ομοσπονδία)

Η Δυσλεξία είναι " απροσδόκητη αποτυχία ή πολύ χαμηλή επίδοση στην ανάγνωση και γραφή, που δε δικαιολογεί η ηλικία, οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες και το νοητικό επίπεδο του παιδιού"
(ΥΠΕΠΘ-Γενική Γραμματεία Ειδικής Αγωγής, 1989)

Τα συμπτώματα είναι πολλά και ποικίλλουν ανάλογα με τη σοβαρότητα της διαταραχής, την ηλικία και την ιδιαιτερότητα του κάθε ατόμου. Γενικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα εξής:

Ανάγνωση:
·         παραλείψεις ή αλλαγές σε γράμματα, λέξεις ή προτάσεις
·         αργός ρυθμός ανάγνωσης, κούραση
·         αδυναμία συγκέντρωσης
·         αδυναμία κατανόησης του περιεχομένου

Γραφή:
·         παράλειψη γραμμάτων
·         αντικατάσταση γραμμάτων
·         αντιστροφή γραμμάτων
·         ορθογραφικά λάθη

Ομιλία:
·         δυσκολία στη επανάληψη πολυσύλλαβων λέξεων
·         δυσκολία στην ανάκληση λέξεων ή ονομάτων
·         δυσκολία με τους χρόνους των ρημάτων και τις αντωνυμίες

Χωροχρονικός προσανατολισμός:
·         σύγχυση δεξιού-αριστερού, Βορρά-Νότου, του χθες και του αύριο
·         δυσκολία προσανατολισμού στο χάρτη
·         δυσκολία εκμάθησης της ώρας

Μνήμη-Μνήμη ακολουθιών:
·         δυσκολία στην ανάκληση ακολουθιών αριθμών ή λέξεων
·         δυσκολία στην ανάκληση και εκτέλεση μιας σειράς προφορικών εντολών
·         δυσκολία στη ανάκληση των μηνών με τη σειρά, των ζυγών αριθμών κλπ
·         δυσκολία εκμάθησης της προπαίδειας

Οι δυσκολίες δεν έχουν καμιά σχέση με το νοητικό δυναμικό του ατόμου, που μπορεί να κυμαίνεται από φυσιολογικό έως πολύ υψηλό. Μάλιστα, βασική προϋπόθεση για τη διάγνωση της δυσλεξίας είναι η ύπαρξη φυσιολογικού, τουλάχιστον, νοητικού δυναμικού.
Το σημαντικό είναι πως τα παιδιά με δυσλεξία μπορούν να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν, με διαφορετικό, όμως, τρόπο διδασκαλίας. Επειδή τείνουν να σκέφτονται με εικόνες, χρώματα, ήχους και αισθήσεις, ο αφηρημένος κόσμος των γραμμάτων που βλέπουν στο χαρτί μπορεί να αποκτήσει νόημα μόνο όταν συνδυαστεί με έντονες νοητικές αναπαραστάσεις και όταν αποκτήσει βιωματική σημασία.

Εδώ κι έναν αιώνα περίπου πολλοί επιστήμονες είχαν ενδείξεις ότι η δυσλεξία οφείλεται σε νευρολογικά αίτια και ότι ανωμαλίες στις εγκεφαλικές λειτουργίες εμπόδιζαν τα άτομα με δυσλεξία να διαβάσουν ή να γράψουν.
Η ανάπτυξη της νευροψυχολογίας ανέδειξε στοιχεία σημαντικά σχετικά με τη λειτουργία του εγκεφάλου και του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Ο Samuel Orton (1937), από τους πρωτοπόρους στη μελέτη και την έρευνα της δυσλεξίας, υποστήριξε πως η ελλιπής κυριαρχία του αριστερού ημισφαιρίου, όπου βρίσκεται το κέντρο ελέγχου των γλωσσικών λειτουργιών, αποτελεί την αιτία των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα άτομα με δυσλεξία στην επεξεργασία της γλώσσας. Στη θεωρία που ανέπτυξε υποστήριζε ότι ενώ το αριστερό ημισφαίριο κανονικά πρέπει να ελέγχει και να αντιδρά σε οπτικά ή ακουστικά γλωσσικά ερεθίσματα, η παρεμβολή του δεξιού ημισφαιρίου δημιουργεί γλωσσική σύγχυση.
Από ιατρική άποψη, έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί πολλές θεωρίες σχετικά με τους παράγοντες που προκαλούν τη δυσλεξία. Η πρώτη θεωρία υποθέτει την ύπαρξη νευροανατομικών  αιτίων, αναπτυξιακών, δηλαδή, διαταραχών  στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου και ιδιαίτερα στη δομή του κροταφικού πεδίου, όπως παρατηρήθηκαν σε έρευνες ομάδας νευροψυχολόγων στη Βοστώνη. Μια δεύτερη θεωρία αποδίδει τη δυσλεξία σε νευροφυσιολογικές διαφορές. Μια τρίτη θεωρία εξετάζει το ρόλο γενετικών αιτίων στη δημιουργία των συμπτωμάτων της δυσλεξίας. Έρευνες με διδύμους έδειξαν ότι η δυσλεξία είναι κληρονομική διαταραχή που προσβάλλει τέσσερις φορές περισσότερο τα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια. Πιθανά γονίδια που ευθύνονται για δυσλεξία θεωρήθηκαν τα χρωμοσώματα 6, 15 και 16. Μια τέταρτη θεωρία υποστηρίζει πως οι δυσκολίες των ατόμων με δυσλεξία στο χειρισμό της γλώσσας οφείλονται στον αργό ρυθμό επεξεργασίας οπτικών μηνυμάτων και απομνημόνευσης της οπτικής εικόνας των λέξεων.
Ανεξάρτητα από τα αίτια που την προκαλούν, η δυσλεξία δημιουργεί διαφορές στον τρόπο αντίληψης του κόσμου, επεξεργασίας των ερεθισμάτων και μάθησης, οι οποίες συχνά οδηγούν σε ξεχωριστές μορφές έκφρασης και δημιουργίας.

Η διάγνωση της δυσλεξίας δεν είναι ούτε απλή, ούτε εύκολη διαδικασία. Αντίθετα, απαιτεί εμπειρία, εξειδίκευση και μεγάλη προσοχή και γι αυτό θα πρέπει να γίνεται από ομάδα ειδικών.

Διάγνωση της δυσλεξίας μπορεί να γίνει και με τη μέθοδο της εσφαλμένης οφθαλμοκίνησης. Ο καθηγητής της ιατρικής ψυχολογίας Γ. Παυλίδης παρατήρησε ότι οι περισσότεροι δυσλεξικοί παρουσιάζουν εσφαλμένες, ασταθείς οφθαλμοκινήσεις, που διαφέρουν σημαντικά από τις οφθαλμοκινήσεις των κανονικών αναγνωστών.

Στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται διάφορα διαγνωστικά εργαλεία, σταθμισμένα και μη, όπως το WISC (τεστ νοημοσύνης – σταθμισμένο), το CELF  (τεστ φωνολογικής συνειδητότητας – σε διαδικασία στάθμισης), και το ΑΘΗΝΑ (Ελληνικό τεστ – Πανεπιστήμιο Αθηνών).
Οι περισσότεροι ειδικοί έχουν επινοήσει και δικά τους εργαλεία για την ανίχνευση προβλημάτων στην ορθογραφία και ανάγνωση.

Η διάγνωση για δυσλεξία δεν είναι σκόπιμο να οριστικοποιείται πριν το παιδί φτάσει στην ηλικία των 9 ετών, τουλάχιστο, καθώς πρέπει να δώσουμε τα χρονικά περιθώρια να ωριμάσει το παιδί και να ολοκληρωθούν τα στάδια εξέλιξης των εγκεφαλικών περιοχών που είναι υπεύθυνες για τη γραφή και την ανάγνωση.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα προβλήματα των παιδιών με δυσλεξία δε διορθώνονται. Η δυσλεξία δεν είναι αρρώστια. Είναι διαφορετικός τρόπος επεξεργασίας πληροφοριών και κατά συνέπεια δεν υπάρχει μαγικό φίλτρο θεραπείας.
Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε πως τίποτα δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο. Οι μαθητές με δυσλεξία κι άλλες μαθησιακές δυσκολίες χρειάζονται σαφείς εξηγήσεις, συνεχείς επαναλήψεις και εξάσκηση ακόμη και σε λεπτομέρειες που μπορεί να φαίνονται απλές και αυτονόητες.


Γενικες οδηγιες
Σύμφωνα με τα πορίσματα  διεθνών ερευνών, τα βασικότερα από τα σημεία κλειδιά για την επιτυχή ενσωμάτωση των δυσλεξικών μαθητών στα κοινά προγράμματα της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι τα εξής:
                 
Διακριτική βοήθεια. Τοποθέτησε το δυσλεκτικό μαθητή σε μια θέση όπου μπορείς να ελέγχεις διακριτικά την εργασία του και να τον βοηθάς με μεγαλύτερη ευκολία.
Εξατομικευμένη βοήθεια. ΄Οποτε και όπου είναι δυνατόν αφιέρωνε λίγο χρόνο στο δυσλεξικό μαθητή σου, προσφέροντας έτσι εξατομικευμένη βοήθεια και διδασκαλία.
Περισσότερος χρόνος. Δίνε στο δυσλεκτικό παιδί περισσότερο χρόνο για την εκτέλεση γραπτής εργασίας και όταν αξιολογείς το έργο του, δίνε μεγαλύτερη σημασία στο περιεχόμενο, παρά στην εμφάνιση κειμένου.
Διόρθωση γραπτού κειμένου. Στη διόρθωση των γραπτών του μη χρησιμοποιείς έντονο χρώμα. Μια "κοκκινισμένη" σελίδα οδηγεί σε σύγχυση, σε συναισθήματα χαμηλής αυτοπεποίθησης κι όχι σε αισιοδοξία και πρόοδο. Διόρθωνα μόνο τα βασικότερα σφάλματα. Κάθε μικρή βελτίωση είναι καλύτερη από τη μαθησιακή στασιμότητα ή την οπισθοδρόμηση.
Περίληψη μαθημάτων. Ζήτησε από το μαθητή την περίληψη του μαθήματος κι όχι όλες τις λεπτομέρειες. Βάλε κάποιον από τους συμμαθητές του να τον βοηθούν με τις περιλήψεις, την αντιγραφή και την τήρηση σημειώσεων μέσα στην τάξη.
Ευκαιρίες για την αντιστάθμιση των δυσκολιών του. Φρόντισε να δίνεις ευκαιρίες που θα επιτρέπουν τη συμμετοχή του σε δραστηριότητες στις οποίες είναι ιδιαίτερα ικανός. Κάτι τέτοιο θα αντισταθμίσει τις μαθησιακές του δυσκολίες, θα βελτιώσει την εικόνα που έχουν οι άλλοι γι αυτόν και θ' αυξήσει την αυτοπεποίθησή του.
Ευανάγνωστο κείμενο. Το ευανάγνωστο κείμενο στον πίνακα βοηθά πολύ το δυσλεξικό μαθητή στην αντιγραφή και την κατανόηση.
Καθαρή και ήρεμη ομιλία. Φρόντισε να μιλάς καθαρά και ήρεμα, ώστε να αντιλαμβάνεται σωστά κάθε σου λέξη και οδηγία. Μην ξεχνας πως είναι πολύ ευαίσθητος στον πολύ δυνατό κι αυταρχικό τόνο ομιλίας.
Αξιολόγηση της προσπάθειας. Μη χρησιμοποιείς τα ίδια κριτήρια για όλους τους μαθητές. Ο καθένας έχει τις ιδιαιτερότητές του.
Συνεχής ενθάρρυνση. Φρόντισε να επαινείς κάθε προσπάθεια, ακόμη κι όταν τα αποτελέσματα είναι φτωχά. Ενθάρρυνέ τον, χωρίς να του καλλιεργείς ανταγωνιστική διάθεση για τους συμμαθητές του.

Βιβλιογραφία
-  Αθανασιάδη, Ε. (2001). "Η δυσλεξία και πώς αντιμετωπίζεται", Αθήνα Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
-      Μπάρδης, Π. (1998). "Μαθησιακές Δυσκολίες", Καρδίτσα: Αυτοέκδοση
-      Πόρποδας, Κ. Δ. (1997). "Δυσλεξία", Αθήνα: Αυτοέκδοση


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Θεσσαλών Κοινόν", τεύχος 3, 2012, σελ. 20-23.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου