Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΤΙΣΜΟ

Εισαγωγή
Ο αυτισµός αποτελεί µία σοβαρή και εκτεταµένη διαταραχή της ανάπτυξης. 
Ο όρος εκτεταµένη (ή διάχυτη) αναφέρεται στη σύνθετη φύση της διαταραχής, καθώς επηρεάζει τρεις περιοχές της ανάπτυξης: την κοινωνική αλληλεπίδραση, την επικοινωνία και τη φαντασία. Αυτές οι τρεις περιοχές συνιστούν την τριάδα των διαταραχών, δηλαδή τον πυρήνα των κλινικών χαρακτηριστικών του αυτισµού (Wing & Gould, 1979). 
Η αρχική ερµηνευτική προσέγγιση του συνδρόµου ήταν ψυχογενής. Η εµφάνιση της διαταραχής είχε αποδοθεί σε διαταραγµένες οικογενειακές σχέσεις, ιδιαίτερα µεταξύ µητέρας και παιδιού (Bettelheim, 1967). Ωστόσο, τα ευρήµατα γενετικών ερευνών καταδεικνύουν την νευροβιολογική βάση του αυτισµού, αν και δεν είναι γνωστές ακόµη οι περιοχές του εγκεφάλου που επιφέρουν αυτή τη σοβαρή και µη-αναστρέψιµη αναπηρία (Bailey, LeCouteur, Gottesman, Bolton, Simonoff, Yuzda & Rutter, 1995˙ Bailey, Phillips & Rutter, 1996˙ Gillberg & Coleman, 1992˙ Minshew, 1996). Ο αυτισµός υπάρχει από τη γέννηση ενός παιδιού και εξελίσσεται κατά τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του. Ένα άλλο γεγονός που υποδηλώνει την οργανική προέλευση του αυτισµού είναι η αλµατώδης αύξηση του αριθµού των ατόµων µε αυτισµό (Ornitz, 1989˙ Gillberg, Steffenburg & Schaumann, 1991). Η συχνότητα εµφάνισης του αυτισµού στο γενικό πληθυσµό κυµαίνεται από 2 έως 11 άτοµα ανά 10.000 άτοµα (Gillberg, Steffenburg & Schaumann, 1991˙ Gillberg & Coleman, 1992). Αυτό το φαινόµενο έχει αποδοθεί τόσο στην χρήση πιο αξιόπιστων διαγνωστικών µεθόδων όσο και σε περιβαλλοντικούς παράγοντες (π.χ. µόλυνση περιβάλλοντος) (Mesibov, Adams & Klinger, 1997). Ένα άλλο εύρηµα που συµβάλλει στην αποδοχή της γενετικής αιτιολογίας για τον αυτισµό είναι η µεγαλύτερη αναλογία των αγοριών σε σχέση µε τα κορίτσια µε αυτισµό (3-4 αγόρια προς ένα κορίτσι) (Lord & Schopler, 1987). Επιπλέον, η εµφάνιση νοητικής καθυστέρησης σε άτοµα µε αυτισµό υποστηρίζει τη σύνθετη οργανική φύση της διαταραχής. Έχει βρεθεί ότι το 23% των ατόµων µε αυτισµό έχουν δείκτη νοηµοσύνης µεγαλύτερο από το φυσιολογικό (Gillberg & Coleman, 1992). Το υπόλοιπο 77% έχει και νοητική καθυστέρηση: 50% των ατόµων µε αυτισµό έχουν µέτρια έως ελαφριά νοητική καθυστέρηση και 27% έχουν βαριά νοητική καθυστέρηση (Mesibov, Adams & Klinger, 1997). Η βασική παραδοχή του αυτισµού ως µιας διαταραχής µε γενετικά καθορισµένες αιτίες ενισχύει τον κεντρικό ρόλο της εκπαίδευσης στη ανάπτυξη δεξιοτήτων και την βελτίωση της ποιότητας ζωής των ατόµων µε αυτισµό. 

Πρόσφατα, ο όρος «διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές» έχει αντικατασταθεί από τον όρο «∆ιαταραχές του Αυτιστικού Φάσµατος» (Wing, 1991˙ Wing, 1996), που περιλαµβάνει και άλλες διαταραχές όπως το σύνδροµο Rett και το σύνδροµο Asperger. Η νέα ορολογία υποδηλώνει ότι ο αυτισµός είναι η κυρίαρχη και πιο συχνή αναπηρία από την οµάδα των 
διαταραχών του αυτιστικού φάσµατος. Τα άτοµα µε σύνδροµο Asperger παρουσιάζουν σοβαρές δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις αλλά έχουν φυσιολογική ανάπτυξη της οµιλίας και υψηλότερο γνωστικό επίπεδο σε σχέση µε αυτά που έχουν κλασσικό αυτισµό (Wing, 1981, 1991˙ WHO, 1992). Γενικά, τα παιδιά µε αυτό το σύνδροµο έχουν υψηλή λειτουργικότητα, εξαιρετικές λεκτικές ικανότητες και µεγαλύτερη αυτογνωσία. Ωστόσο, έχουν δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση αλλά είναι ήπιας µορφής. 

Συµπερασµατικά θα λέγαµε ότι τα άτοµα µε «διαταραχή του αυτιστικού φάσµατος» έχουν σηµαντικές οµοιότητες ιδιαίτερα στις περιοχές της τριάδας των διαταραχών. Η αλληλοκάλυψη χαρακτηριστικών σηµατοδοτεί τις κοινές εκπαιδευτικές ανάγκες παρά τις διαφορετικές διαγνώσεις. Κατά συνέπεια, αυτά τα άτοµα θα επωφεληθούν από κοινές εκπαιδευτικές στρατηγικές

Η τριάδα διαταραχών των ατόµων µε διαταραχές αυτιστικού φάσµατος 

Τα βασικά χαρακτηριστικά των διαταραχών του αυτιστικού φάσµατος είναι: η ποιοτική παρέκκλιση στην κοινωνική αλληλεπίδραση, την επικοινωνία και τη φαντασία (DSM-IV, 1994). 
Αναλυτικότερα: 

Α) Η ποιοτική παρέκκλιση στην κοινωνική συναλλαγή εκδηλώνεται µε τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα: 
  • έκδηλη παρέκκλιση στη χρήση πολλών µη λεκτικών συµπεριφορών, όπως η βλεµµατική επαφή, η έκφραση προσώπου, η στάση του σώµατος και οι χειρονοµίες για τη ρύθµιση της 
  • κοινωνικής συναλλαγής, 
  • αδυναµία στην ανάπτυξη ανάλογων µε το αναπτυξιακό επίπεδο σχέσεων µε συνοµηλίκους, 
  • απουσία αυθόρµητης συµµετοχής σε απολαύσεις, ενδιαφέροντα ή επιτεύγµατα µε άλλους ανθρώπους (π.χ. µε µία αδυναµία να υποδεικνύει, να θέτει ή να τονίζει θέµατα ενδιαφέροντος), και 
  • έλλειψη κοινωνικής ή συγκινησιακής αµοιβαιότητας. 


Β) Η ποιοτική παρέκκλιση στην επικοινωνία εκδηλώνεται µε τουλάχιστον ένα 
από τα ακόλουθα: 
  • καθυστέρηση, ή πλήρης έλλειψη της ανάπτυξης της οµιλούµενης γλώσσας (η οποία δεν συνοδεύεται από µία προσπάθεια αναπλήρωσης µέσα από εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας, όπως οι χειρονοµίες ή η µίµηση), 
  • σε άτοµα µε επαρκή οµιλία, έκδηλη παρέκκλιση της ικανότητας να αρχίσουν ή να συνεχίσουν µία συζήτηση µε άλλους, 
  • στερεότυπη και επαναληπτική χρήση της γλώσσας ή χρήση ιδιοσυγκρασιακής γλώσσας, και 
  • έλλειψη ποικίλου, αυθόρµητου παιγνιδιού µε παίξιµο ρόλων ή κοινωνική µίµηση, ανάλογου µε το αναπτυξιακό επίπεδο. 


Γ) τα περιορισµένα, επαναληπτικά και στερεότυπα πρότυπα συµπεριφοράς, 
ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων εκδηλώνονται µε τουλάχιστον ένα από τα 
ακόλουθα: 
  • περιορισµένη ενασχόληση µε έναν ή περισσότερους στερεότυπους και περιορισµένους τύπους ενδιαφερόντων, η οποία είναι µη φυσιολογική είτε σε ένταση είτε σε εστίαση, 
  • εµφανώς άκαµπτη εµµονή σε συγκεκριµένες µη λειτουργικές συνήθειες ή τελετουργίες, 
  • στερεότυποι και επαναληπτικοί κινητικοί µαννιερισµοί (π.χ. κτυπήµατα ή συστροφές των χεριών ή των δακτύλων ή περίπλοκες κινήσεις ολόκληρου του σώµατος), και 
  • επίµονη ενασχόληση µε µέρη αντικειµένων. 


Τέλος, καθυστέρηση ή ανώµαλη λειτουργία σε τουλάχιστον µία από τις ακόλουθες περιοχές µε έναρξη πριν από την ηλικία των 3 ετών: (α) κοινωνική συναλλαγή, (β) γλώσσα, όπως χρησιµοποιείται στην κοινωνική επικοινωνία ή (γ) συµβολικό παιγνίδι. 

Τα ιδιαίτερα γνωστικά χαρακτηριστικά των µαθητών µε αυτισµό

Κάθε επιτυχηµένη εκπαιδευτική παρέµβαση για τους µαθητές µε αυτισµό προϋποθέτει την κατανόηση των γνωστικών µηχανισµών που εµπλέκονται στη µάθηση, όπως η αντίληψη, η προσοχή, η µνήµη και η σκέψη. Στους µαθητές µε αυτισµό υπάρχει µία ανοµοιογένεια ως προς αυτές τις γνωστικές διεργασίες, η οποία οδηγεί σε ανοµοιογένεια στη συµπεριφορά και τελικά σε διαφορετικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Αναλυτικά, οι µαθητές µε αυτισµό έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά (Schopler & Mesibov, 1995) ως προς: 

α) την αντίληψη: 
  • oξύτατη οπτική αντίληψη 
  • ικανότητα για εστίαση της όρασης 
  • ικανότητα αναγνώρισης σχηµάτων 
  • ικανότητα αναγνώρισης ακουστικών µοτίβων 
  • πολύ καλό οπτικο-κινητικό συντονισµό

β) την προσοχή: 
  • υπερ- επιλογή ερεθισµάτων 
  • εστίαση σε ερεθίσµατα από ένα αισθητηριακό κανάλι 
  • ικανότητα διάκρισης οπτικών ερεθισµάτων (οργάνωση αντικειµένων κατά χρώµα, µέγεθος και θέση) 
  • αδυναµία προσοχής σε κοινωνικά ερεθίσµατα 

γ) τη µνήµη: 
  • πολύ καλή οπτική µνήµη 
  • καλή µνήµη δεξιοτήτων 
  • εξαιρετική επαναληπτική µνήµη 
  • εύκολη ανάκληση προσωπικών στοιχείων 
  • καλή γενική σηµασιολογική µνήµη 
  • δυσκολίες στην αντίληψη της ακολουθίας γεγονότων και λέξεων 
  • φτωχή αυτοβιογραφική µνήµη («προσωπική επεισοδιακή µνήµη») 


δ) την σκέψη: 
  • οπτική σκέψη 
  • κατανόηση της µονιµότητας του αντικειµένου 
  • επίµονη χρήση µιας στρατηγικής (µη-ευέλικτη σκέψη) 
  • ικανότητα για κατηγοριοποίηση αντικειµένων µε βάση συγκεκριµένα και όχι αφηρηµένα χαρακτηριστικά 
  • δυσκολία στην κατανόηση εννοιών 
  • αδυναµία για συµβολική σκέψη (αναπαράσταση) 
  • αδυναµία γενίκευσης στην εφαρµογή στρατηγικών 
  • δυσκολία στην ανάκληση της κατάλληλης στρατηγικής (µεταγνώση) 
  • αδυναµία για αφαιρετική σκέψη 
  • δυσκολία στην επίλυση προβληµάτων 
  • δυσκολία στην επίλυση προβληµάτων που απαιτούν κοινωνικήγνώση (τύφλωση του νου) 
  • έµµονα και περιορισµένα πνευµατικά ενδιαφέροντα 
  • έλλειψη κεντρικής συνοχής 


Στόχοι της ειδικής εκπαίδευσης των µαθητών µε αυτισµό 

Ο προσδιορισµός των στόχων της ειδικής εκπαίδευσης των µαθητών µε αυτισµό χρειάζεται να διέπεται από τις ακόλουθες βασικές αντιλήψεις για τον αυτισµό: 

1. Τα άτοµα µε αυτισµό έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο αντίληψης και κατανόησης των ανθρώπων και του περιβάλλοντος. 
2. Ο τρόπος σκέψης των ατόµων µε αυτισµό δεν είναι κατώτερος αλλά διαφορετικός. 
3. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού δεν είναι να αλλάξει το ίδιο το άτοµο και τον τρόπο σκέψης του αλλά να το βοηθήσει να κατανοήσει και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των άλλων, µε σεβασµό στις διαφορές, τις ιδιαίτερες προτιµήσεις και ικανότητες του. Σε αυτό το σηµείο είναι βοηθητική η µεταφορά της «γέφυρας» που χωρίζει και ενώνει το άτοµο 
µε αυτισµό και τους άλλους. Το έργο του εκπαιδευτικού είναι να δώσει στο παιδί µε αυτισµό τα απαραίτητα εφόδια ώστε να θέλει και να µπορεί να «διασχίσει» τη γέφυρα µόνο του για να βρεθεί στην άλλη άκρη της. Αυτό προϋποθέτει ότι οι άλλοι που βρίσκονται σε απέναντι του κατανοούν τις διαφορές του και τις αποδέχονται µε υποµονή και 
σεβασµό. 

Η άποψη ότι όλα τα παιδιά δικαιούνται πρόσβαση στα Αναλυτικά Προγράµµατα Σπουδών (ΑΠΣ) αναλύεται σε δύο άξονες. Καταρχήν, οι µαθητές µε αυτισµό δικαιούνται πρόσβαση σε ένα «ευρύ και ισορροπηµένο» αναλυτικό πρόγραµµα. Για τον σκοπό αυτό, αυτά τα Αναλυτικά Προγράµµατα Σπουδών δεν περιορίζονται σε προσαρµογές των γνωστικών αντικειµένων του σχολείου (όπως η Γλώσσα, τα Μαθηµατικά, η Μελέτη Περιβάλλοντος, τα Εικαστικά, η Μουσική, η Πληροφορική και η Προσαρµοσµένη Φυσική Αγωγή) αλλά επεκτείνονται και στη διδασκαλία δεξιοτήτων που αφορούν την ιδιαίτερη κατηγορία των µαθητών µε αυτισµό (όπως, οι κοινωνικές δεξιότητες, η επικοινωνία, το παιχνίδι, η αυτοεξυπηρέτηση). Κατά δεύτερο λόγο, έχουν ανάγκη από ιδιαίτερες διδακτικές προσεγγίσεις που θα διευκολύνουν την πρόσβαση τους στα Αναλυτικά Προγράµµατα Σπουδών. Οι παραδοσιακές διδακτικές µέθοδοι βασίζονται στην λεκτική επικοινωνία και στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Όµως για τους µαθητές µε αυτισµό η χρήση τέτοιων µεθόδων οδηγεί στον αποκλεισµό τους από το Αναλυτικό Πρόγραµµα Σπουδών. Κατά
συνέπεια, η ιδιαίτερη φύση του αυτισµού προσδιορίζει τόσο το περιεχόµενο όσο και τον τρόπο εφαρµογής των ΑΠΣ. Συνεπώς, οι στόχοι της πρόσβασης των µαθητών µε αυτισµό στα ΑΠΣ θα πρέπει να στηρίζονται στην κατανόηση των χαρακτηριστικών των µαθητών µε αυτισµό. 

Τα Αναλυτικά Προγράµµατα Σπουδών για τους µαθητές µε αυτισµό είναι σκόπιµο να: 
  • ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες γνωστικές τους ανάγκες, που ποικίλουν ανάλογα µε το αναπτυξιακό επίπεδο και την ηλικία τους, 
  • αξιοποιούν στο µέγιστο δυνατό βαθµό τις ικανότητές και τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα, 
  • επικεντρώνονται στη διαµόρφωση σκεπτόµενων µαθητών, που είναι σε θέση να επιλύουν προβλήµατα και όχι στην απόκτηση αποσπασµατικών γνώσεων ή λειτουργικών δεξιοτήτων (Jordan & Powell, 1990˙Jordan & Powell, 1995). 

Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, τα Αναλυτικά Προγράµµατα Σπουδών πρέπει να εστιάζουν στη διδασκαλία δεξιοτήτων για την κοινωνική αλληλεπίδραση και επικοινωνία,όπου οι µαθητές µε αυτισµό εµφανίζουν τις περισσότερες και χρόνιες δυσκολίες. Είναι ευνόητο ότι οι δυσκολίες στην επικοινωνία και κοινωνική αλληλεπίδραση που έχει ένας µαθητής µε αυτισµό παρεµποδίζουν την κοινωνική του προσαρµογή πολύ περισσότερο από ό,τι η έλλειψη ακαδηµαϊκών γνώσεων. Για τον σκοπό αυτό oι προσαρµογές των αναλυτικών προγραµµάτων επεκτείνονται και στην διδακτική µεθοδολογία που είναι κατάλληλη για τους µαθητές µε αυτισµό. Ειδικότερα, οι µαθητές µε αυτισµό έχουν ανάγκη από: 
  1. δοµηµένο µαθησιακό περιβάλλον, 
  2. σταθερό ηµερήσιο πρόγραµµα, 
  3. ένας-προς-ένα διδασκαλία (και λιγότερο από οµαδική διδασκαλία), 
  4. εναλλακτικούς τρόπους διδασκαλίας (οπτικοποιηµένο διδακτικό υλικό, φυσική καθοδήγηση) και 
  5. εµπλουτισµένες εκπαιδευτικές δραστηριότητες µε επίκεντρο τις προτιµήσεις και τα ενδιαφέροντα τους. 

Γενικά η εκπαίδευση των µαθητών µε αυτισµό είναι προσανατολισµένη στη µείωση της γνωστικής σύγχυσης και του άγχους που προέρχονται από τις δυσκολίες τους στην επεξεργασία των ερεθισµάτων του περιβάλλοντος. Η κατανόηση του περιβάλλοντος αυξάνει την ικανότητα του µαθητή να ελέγχει το περιβάλλον και να γίνει αυτόνοµος σε πολλούς τοµείς της ζωής του. 

H πρόοδος των µαθητών µε αυτισµό µπορεί να µην ακολουθεί την προκαθορισµένη σειρά των διδακτικών στόχων των αναλυτικών προγραµµάτων για τη γενική αγωγή.  

Συµπεράσµατα 

Ο αυτισµός είναι µία σύνθετη νευροβιολογική διαταραχή που οφείλεται σε εγκεφαλική δυσλειτουργία. Αυτό το βιολογικό υπόστρωµα, που δεν έχει ακόµη πλήρως ανιχνευθεί ερµηνεύει την ανοµοιογένεια των ψυχολογικών και γνωστικών χαρακτηριστικών των ατόµων µε αυτισµό. Η πολλαπλότητα και ιδιαιτερότητα των γνωρισµάτων και συµπεριφορών των µαθητών µε αυτισµό υπογραµµίζει την ανάγκη προσαρµογών των Αναλυτικών Προγραµµάτων Σπουδών της γενικής αγωγής, ώστε και τα παιδιά µε αυτισµό να έχουν πρόσβαση σε αυτά. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, είναι αναγκαίο να γίνουν κατανοητές οι ιδιαιτερότητες των µαθητών µε αυτισµό και να προσδιοριστούν µε σαφήνεια τόσο οι στόχοι όσο και οι διδακτικές µέθοδοι που ανταποκρίνονται καλύτερα στις εκπαιδευτικές τους ανάγκες. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου