Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΠΑΙΔΙΩΝ: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ - ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ


      Η συμπεριφορά, οι αντιδράσεις, οι απαιτήσεις και γενικά όσα τα παιδιά λένε και κάνουν έχουν αλλάξει. Άλλες φορές προς το καλό, μα δυστυχώς τις περισσότερες προς το αντίθετο. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει. Κάθε παιδί μεγαλώνει ως μέλος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος, όπου κάθε άποψη έχει τη δική της αλήθεια. Ζει μέσα σ' ένα πλέγμα σχέσεων κι ερεθισμάτων που καθημερινά αλλάζουν. Ό,τι συμβαίνει σε ένα κομμάτι του συστήματος αυτόματα επηρεάζει και όλα τα υπόλοιπα. Οπότε τα παιδιά δρουν μάλλον λογικά και αναμενόμενα όταν είναι επιθετικά λεκτικά και σωματικά, αρνητικά σε κάθε συμβουλή,  διεκδικητικά με οποιοδήποτε τρόπο, όταν υιοθετούν αντιδράσεις που θα ταίριαζαν σε ενήλικες. Όταν, με λίγα λόγια, θεωρούν πως είναι το κέντρο του κόσμου και απαιτούν κι από τους άλλους να πιστέψουν το ίδιο.
     ΄Ετσι λοιπόν, το παιδί, στην προσπάθειά του να δηλώσει τη σταθερή του παρουσία μέσα σ' ένα συνεχώς εναλλασσόμενο πλαίσιο αρχών, αξιών, προτύπων και κανόνων μπορεί να λειτουργήσει:
1.   ως παιδί – τύραννος,
2.  με επιθετικότητα απέναντι στους γονείς, τα αδέρφια, τους φίλους, τα ζώα και τα αντικείμενα του περιβάλλοντός του,
3.   με σύγχυση στη συμπεριφορά του, αντιδρώντας άλλοτε πολύ αρνητικά κι άλλοτε εντελώς απρόβλεπτα κι αδικαιολόγητα,
4.   με ανυπακοή και μη συμμόρφωση σε κανόνες,
5.   με έντονη κινητικότητα, διάσπαση της προσοχής, υψηλή ένταση,
6.   με δυσκολία μάθησης από την εμπειρία και/ή τις συμβουλές των γονιών.
Βέβαια, δεν είναι κάθε παραβατική συμπεριφορά και πρόβλημα συμπεριφοράς.  Η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται, η έντασή της, ο αριθμός κι άλλων μη αποδεκτών αντιδράσεων που τη συνοδεύουν, η διάρκειά της και το τι σημαίνει κάθε φορά για το παιδί είναι παράγοντες καθοριστικής σημασίας.
    Το τι ή ποιος ευθύνεται για τις αλλαγές αυτές στη συμπεριφορά των παιδιών είναι δύσκολο να απομονωθεί. Σίγουρο, όμως, είναι πως μεγάλο μερίδιο ευθύνης  αναλογεί σε ελλείψεις στις δεξιότητες ανατροφής, με εξαναγκασμούς κι επιβολή συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς από την πλευρά των γονιών, χωρίς συζήτηση με τα παιδιά.       
     Και τώρα; Έτσι έμαθε το παιδί και δεν αλλάζει; Αυτά θα τα μάθει αργότερα;  Φταίει κάποιος που το κακομαθαίνει και το θέμα λήγει εκεί; Είναι δουλειά του δασκάλου; Συζητάμε; Επιβάλλουμε; Τιμωρούμε; Αδιαφορούμε; Νιώθουμε περήφανοι που το παιδί μας τα βγάζει πέρα μόνο του με οποιοδήποτε τρόπο;
      Σε καμιά περίπτωση δεν εφησυχάζουμε. Αλλά και κάθε πανικόβλητη ενέργειά μας θα οδηγήσει σε υπερβολές που πιθανότατα θα φέρουν τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Πώς φερόμαστε στα παιδιά; ποια στάση μας θα έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα;      
     Έχουν καταγραφεί τρεις βασικές μορφές διαπαιδαγώγησης, όπως αυτές παρουσιάζονται στην πλειάδα των οικογενειών.


Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ
ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ

Η ΕΠΙΤΡΕΠΤΙΚΗ
ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ


Η ΑΥΤΑΡΧΙΚΗ
ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ






Γονεϊκές πεποιθήσεις


·  Τα παιδιά να είναι σε θέση να λύνουν μόνα τους τα προβλήματά τους.
·  Θα πρέπει να προσφέρεται στα παιδιά η δυνατότητα επιλογής και να τους δίνεται η ευκαιρία να μαθαίνουν από τις συνέπειες των επιλογών τους.
·  Η ενθάρρυνση είναι ένα αποτελεσματικό μέσο που υποκινεί τη συνεργασία.


·  Τα παιδιά θα συνεργαστούν όταν κατανοήσουν την αξία της συνεργασίας.
·  Δουλειά μου είναι να υπηρετώ τα παιδιά μου και να τα κάνω ευτυχισμένα.
·  Αντιδράσεις που δυσαρεστούν τα παιδιά μου δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικές.



·  Εάν τα παιδιά δεν πονέσουν δε θα μάθουν.





Δύναμη και έλεγχος


·   Στα παιδιά παρέχονται μόνο η δύναμη και ο έλεγχος που μπορούν να χειριστούν με υπευθυνότητα.


·  Όλα για τα παιδιά.



·  Όλα για τους γονείς.





Επίλυση προβλημάτων


·  Υπάρχει συνεργασία.
·  Νικητές βγαίνουν και το παιδί και ο γονέας.
·  Βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό.
·  Τα παιδιά συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων.




·  Τα προβλήματα επιλύονται με την πειθώ.
·  Νικητές βγαίνουν τα παιδιά.
·  Οι γονείς είναι αυτοί που αναλαμβάνουν κυρίως την επίλυση των προβλημάτων.




·  Τα προβλήματα επιλύονται με τη χρήση βίας και αντιπαλότητα
·  Οι γονείς παίρνουν όλες τις αποφάσεις, επιλύουν τα προβλήματα, κατευθύνουν κι ελέγχουν κι είναι οι νικητές.









Τι μαθαίνουν -
πώς ανταποκρίνονται τα παιδιά


·  Να δείχνουν υπευθυνότητα.
·  Να συνεργάζονται.
·  Ότι πρέπει να έχουν επιλογές και να τους επιτρέπεται να μαθαίνουν από τις συνέπειες των επιλογών τους.
·  Ότι η ενθάρρυνση είναι ένα αποτελεσματικό μέσο που υποκινεί τη συνεργασία.




· Οι κανόνες είναι για τους άλλους, όχι για μένα. Εγώ κάνω ό,τι θέλω.
· Οι γονείς υπηρετούν τα παιδιά και είναι υπεύθυνοι για την επίλυση των προβλημάτων τους.
·  Αναπτύσσονται εξάρτηση, έλλειψη σεβασμού κι εγωκεντρισμός.
·  Τα παιδιά δοκιμάζουν τα όρια, προκαλούν κι αψηφούν τους κανόνες και κάθε μορφή εξουσίας.
· Αδιαφορούν και δεν αποδέχονται τα λόγια των γονιών και τους κουράζουν.


· Οι γονείς είναι υπεύθυνοι για την επίλυση των προβλημάτων
του παιδιού.
· Ακολουθούν επώδυνους  
       τρόπους επικοινωνίας και
επίλυσης των προβλημάτων.
· Τα παιδιά αντιδρούν με πείσμα,
με διάθεση εκδίκησης κι επαναστατικότητα,  
αποσύρονται και 
υποτάσσονται επειδή 
νιώθουν φόβο.

  
  Πολλές φορές δεν ακολουθούμε κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο αλλά ασυναίσθητα συνδυάζουμε πολλά στοιχεία, και από τους τρεις τύπους διαπαιδαγώγησης,  ανάλογα με τις περιστάσεις. Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το καλύτερο. Γιατί, ακριβώς όπως κάθε παιδί είναι μοναδικό, έτσι και ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε δεν μπορεί να καθορίζεται αυστηρά από ένα μοντέλο αλλά να διαθέτει ευελιξία.  Ο χρυσός κανόνας είναι να διατηρήσουμε μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη του παιδιού να απαιτεί από άλλους και στην ικανότητά του να αναγνωρίζει όσα οι άλλοι απαιτούν από αυτό.
     Πέραν, όμως, από το πλαίσιο διαπαιδαγώγησης που τελικά θα επιλέξουμε, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την παραβατική συμπεριφορά ενός παιδιού, υπάρχουν κάποιες πολύ βασικές γενικές προτάσεις που μπορούμε να ακολουθήσουμε.

Ορίζουμε ξεκάθαρα την επιθυμητή συμπεριφορά, μετά από συζήτηση με το παιδί, σε κάποια στιγμή που δε θα υπάρχει φόρτιση.
Δημιουργούμε μια άτυπη συμφωνία με το παιδί, ορίζοντας τις αμοιβές που θα απολαμβάνει σε περίπτωση επιθυμητής και τις συνέπειες που θα έχει σε περίπτωση ανεπιθύμητης συμπεριφοράς. Θυμόμαστε πως είναι καλύτερο να προειδοποιούμε παρά να απαιτούμε.
Ενισχύουμε θετικά το παιδί κάθε φορά που εκδηλώνει μια επιθυμητή συμπεριφορά, λεκτικά, κοιτώντας το στα μάτια, με χαμόγελο, αγκαλιάζοντάς το, χωρίς καμία αναφορά στην παραβατική συμπεριφορά.
Επαινούμε το παιδί μπροστά σε τρίτους.
Δε συγκρίνουμε τη συμπεριφορά ενός παιδιού με κανέναν, ούτε και με τα αδέρφια του. Προσπαθούμε να το κάνουμε να ξεπεράσει κάθε φορά τον προηγούμενο εαυτό του.
Είμαστε συνεπείς στην προσφορά των αμοιβών και στην επιβολή των συνεπειών. Οποιαδήποτε άλλη τακτική μπερδεύει το παιδί.
Φροντίζουμε οι συνέπειες να είναι άμεσες, κατάλληλες με την ηλικία του παιδιού, να μην αποτελούν τιμωρία που θα προκαλέσει μεγαλύτερες αντιδράσεις.
Κάθε φορά που το παιδί κάνει κάτι που έχουμε ορίσει ως μη επιτρεπτό, ασχολούμαστε μόνο με αυτό. Δεν το χρησιμοποιούμε ως αφορμή να τιμωρήσουμε το παιδί και για προηγούμενα παραπτώματά του.
Σε περίπτωση παραβατικής συμπεριφοράς μπορούμε να απομακρύνουμε το παιδί από μια δραστηριότητα που το ευχαριστεί, ωστόσο μπορούμε να του επιτρέψουμε να την παρακολουθήσει.
Μπορούμε να απομακρύνουμε το παιδί από το χώρο στην άλλη άκρη του δωματίου ή σε ένα άλλο δωμάτιο, σε κάποιο χώρο που δεν θα προκαλεί ευχαρίστηση στο παιδί αλλά ούτε θα το τρομάζει. Η απομάκρυνση πρέπει να διαρκεί από τρία έως πέντε λεπτά. Σ΄αυτό το διάστημα το παιδί θα αποφορτιστεί αρκετά. Όταν επιστρέψει κοντά μας, επαινούμε την αλλαγή της στάσης του, έστω κι αν είναι μικρή. Την επόμενη φορά θα είναι εντονότερη.
Δεν ξεχνάμε πως τα παιδιά μιμούνται. Πολλές από τις συμπεριφορές τους που θεωρούμε μη αποδεκτές μπορεί να είναι και δικές μας αντιδράσεις, τις οποίες δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε όταν και όσο έπρεπε. Οπότε, για να διδάξουμε σε ένα παιδί καινούριους τρόπους συμπεριφοράς, του δίνουμε την ευκαιρία να παρατηρήσει κάποιο πρόσωπο που εκτελεί τις επιθυμητές συμπεριφορές. Βασική προϋπόθεση, να εμπιστεύεται και να εκτιμά αυτό το τρίτο πρόσωπο.

Θυμόμαστε:
Η μη επιθυμητή συμπεριφορά έχει  συνέπειες;                                         
                                                                   Κάποια στιγμή θα αλλάξει.

     Έχουμε ένα παιδί που φέρεται άσχημα σε κάτι που του ανήκει;        
                                                                        Θα νιώσει άσχημα αν το χάσει.

    Αντικαθιστούμε και στερούμε  πάντα το παιχνίδι;               
                                                   Το παιδί θα συνεχίσει την ανεπιθύμητη  συμπεριφορά.

Οι καθημερινές μας απαιτήσεις να είναι σύντομες, σαφείς και λίγες. Πολλά παιδιά χάνονται μπροστά σε σύνθετες εντολές.
Όσοι παίρνουν μέρος στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού πρέπει να είναι ενήμεροι για το πλαίσιο που ακολουθείται και να το τηρούν. Αν το παιδί αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τον καθένα στο τέλος δε θα μπορεί να βάλει όρια και να αξιολογήσει τη συμπεριφορά του.
Βρίσκουμε χρόνο να μοιραστούμε ευχάριστες στιγμές με τα παιδιά, να παίξουμε μαζί τους και να συζητήσουμε κάτι που τους έκανε εντύπωση. Έτσι θα πάψουν να μας αντιμετωπίζουν σαν τους "κακούς μεγάλους", που όλο παρατηρήσεις κάνουμε και δεν τα καταλαβαίνουμε.
Όταν ένα παιδί ξεσπά, δε δίνουμε σημασία. Το αφήνουμε να ηρεμήσει και αμέσως μετά ορίζουμε τη συνέπεια, εξηγώντας κάθε φορά το γιατί.
Αναθέτουμε στο παιδί ένα ρόλο, του αναθέτουμε μια περιοχή ευθύνης, του αναγνωρίζουμε πρωτοβουλίες.
Προσέχουμε να κάνουμε σαφές στο παιδί κάθε φορά πως εκείνο το θέλουμε. Δε θέλουμε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Είναι πολύ εύκολο να χάσουμε την εμπιστοσύνη του.

Πάντα τα παιδιά θα κάνουν πράγματα που κατά τη γνώμη μας δε θα πρέπει. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι άδικος κόπος να προσπαθήσουμε να βάλουμε όρια στη συμπεριφορά τους. Ούτε ότι θα πρέπει να δρούμε πανικόβλητοι, νιώθοντας κάθε φορά πως έχουμε και κάτι καινούριο να αντιμετωπίσουμε. Απλά, πριν αξιολογήσουμε τη συμπεριφορά του παιδιού, πόσο μάλλον του παιδιού μας, ας κοιτάξουμε λίγο μέσα μας και γύρω μας. Μπορεί να μην μπορούμε άμεσα να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά σίγουρα είναι στο χέρι μας, τον μικρόκοσμο του παιδιού, την οικογένειά του, να την κάνουμε δυνατή και όμορφη. Ένα τέτοιο σταθερό και ταυτόχρονα ευέλικτο σημείο αναφοράς είναι πάντα ισχυρό όπλο στα χέρια κάθε παιδιού. Και κάτι τελευταίο. Είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε πως είναι λάθος να μεγαλώνουμε τα παιδιά κατ' εικόνα και ομοίωσή μας. Η εξέλιξη έρχεται όταν ανατρέφουμε ισχυρές προσωπικότητες κι όχι όταν παράγουμε αντίγραφά μας, πολλές φορές κακέκτυπα.


Πηγές:
·     MacKenzie, R. J. (2013). Setting limits with your strong-willed child: Eliminating conflict by establishing clear, firm, and respectful boundaries. Three Rivers Press (CA).
·    Sutton, C. (2000). Child and adolescent behaviour problems: a multidisciplinary approach to assessment and intervention. Wiley-Blackwell.
·     Molnar, A., & Lindquist, B. (1989). Changing Problem Behavior in Schools.


Βασιλική Χαϊντούτη
Ειδική Παιδαγωγός


 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΘΕΣΣΑΛΩΝ ΚΟΙΝΟΝ", τεύχος 5, 2014, σελ. 36-39









Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ-ΔΥΣΛΕΞΙΑ


Βασιλική Χαϊντούτη                                                   
Δασκάλα ειδικής αγωγής          
                  
                          


Τι εννοουμε με τον ορο Μαθησιακες Δυσκολιες

Ο όρος χρησιμοποιείται στις ΗΠΑ για να περιγράψει τις ειδικές δυσκολίες μάθησης και στη Βρετανία υπεργενικευμένα για να περιγράψει όλα τα προβλήματα μάθησης- επίδοσης και συμπεριφοράς (ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες). Από τους παιδαγωγούς χρησιμοποιείται για κάθε πρόβλημα σχολικής υποεπίδοσης και από τους γιατρούς για κάθε αναπτυξιακή διαταραχή.

Αν προσεγγίσουμε τον όρο  παιδαγωγικοκεντρικά,  συναντάμε την περιγραφή του Samuel Kirk (1963) όπως ενσωματώθηκε στο νόμο 91/230 των ΗΠΑ (Children with Specific Learning Disabilities Act, 1969), η οποία ορίζει πως:
"Τα παιδιά με Μαθησιακές Δυσκολίες παρουσιάζουν κάποια διαταραχή σε μία  ή περισσότερες από τις βασικές ψυχολογικές διεργασίες που αφορούν την κατανόηση ή τη χρήση του προφορικού ή γραπτού λόγου. Οι διαταραχές αυτές μπορεί να εκδηλωθούν ως διαταραχές στην κατανόηση, στη σκέψη, στο λόγο, στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία ή στην αριθμητική. Εμπεριέχουν συνθήκες όπως αντιληπτικές ανεπάρκειες, εγκεφαλική βλάβη, ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία, δυσλεξία, εξελικτική αφασία κλπ. Στις Μαθησιακές Δυσκολίες δεν εντάσσονται εκείνα τα προβλήματα μάθησης που οφείλονται σε οπτικές ακουστικές ή κινητικές ανεπάρκειες, σε νοητική καθυστέρηση, σε συναισθηματικές διαταραχές ή σε περιβαλλοντική αποστέρηση".

Μελέτες υποστηρίζουν πως οι μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα στ' αγόρια παρά στα κορίτσια, με άγνωστους τους λόγους που οδηγούν σ' αυτό.

Τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες διαθέτουν διαφορετικούς τρόπους αντίληψης και επεξεργασίας των πληροφοριών. Πρακτικά κάτι τέτοιο σημαίνει πως τα άτομα αυτά μπορούν να μάθουν και να προοδεύσουν ακαδημαϊκά, φτάνει να τύχουν διαφορετικού τρόπου διδασκαλίας από αυτόν που συνηθίζεται.


Χαρακτηριστικα και αιτιολογια της δυσλεξιας

Πρόκειται για μια σοβαρή διαταραχή, η οποία συνδέεται με ανωμαλίες στην περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει τις γλωσσικές λειτουργίες. Εκδηλώνεται ως αδυναμία αντίληψης της φωνολογικής δομής της γλώσσας, γεγονός που εμποδίζει την επεξεργασία γλωσσικών πληροφοριών και την απομνημόνευση προφορικού λόγου. Τα άτομα που παρουσιάζουν δυσλεξία δυσκολεύονται να αποδώσουν τις σωστές αντιστοιχίες γραμμάτων-φωνημάτων, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην οικοδόμηση και κατάκτηση του βασικού μηχανισμού ανάγνωσης και γραφής. Πιο συγκεκριμένα:

Δυσλεξία είναι η μαθησιακή δυσκολία στην επεξεργασία του λόγου που εκδηλώνεται κυρίως στην ανάγνωση, τη γραφή και την ορθογραφία. Είναι μια διαταραχή που παρατηρείται κυρίως σε παιδιά, κατά την οποία, παρόλο που μπορεί να υπάρχει φυσιολογική ευφυία, κανονικό κοινωνικοπολιτιστικό περιβάλλον και επαρκής εκπαίδευση, το παιδί δυσκολεύεται υπερβολικά στην ανάγνωση και στη γραφή.
(Παγκόσμια Νευρολογική Ομοσπονδία)

Η Δυσλεξία είναι " απροσδόκητη αποτυχία ή πολύ χαμηλή επίδοση στην ανάγνωση και γραφή, που δε δικαιολογεί η ηλικία, οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες και το νοητικό επίπεδο του παιδιού"
(ΥΠΕΠΘ-Γενική Γραμματεία Ειδικής Αγωγής, 1989)

Τα συμπτώματα είναι πολλά και ποικίλλουν ανάλογα με τη σοβαρότητα της διαταραχής, την ηλικία και την ιδιαιτερότητα του κάθε ατόμου. Γενικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα εξής:

Ανάγνωση:
·         παραλείψεις ή αλλαγές σε γράμματα, λέξεις ή προτάσεις
·         αργός ρυθμός ανάγνωσης, κούραση
·         αδυναμία συγκέντρωσης
·         αδυναμία κατανόησης του περιεχομένου

Γραφή:
·         παράλειψη γραμμάτων
·         αντικατάσταση γραμμάτων
·         αντιστροφή γραμμάτων
·         ορθογραφικά λάθη

Ομιλία:
·         δυσκολία στη επανάληψη πολυσύλλαβων λέξεων
·         δυσκολία στην ανάκληση λέξεων ή ονομάτων
·         δυσκολία με τους χρόνους των ρημάτων και τις αντωνυμίες

Χωροχρονικός προσανατολισμός:
·         σύγχυση δεξιού-αριστερού, Βορρά-Νότου, του χθες και του αύριο
·         δυσκολία προσανατολισμού στο χάρτη
·         δυσκολία εκμάθησης της ώρας

Μνήμη-Μνήμη ακολουθιών:
·         δυσκολία στην ανάκληση ακολουθιών αριθμών ή λέξεων
·         δυσκολία στην ανάκληση και εκτέλεση μιας σειράς προφορικών εντολών
·         δυσκολία στη ανάκληση των μηνών με τη σειρά, των ζυγών αριθμών κλπ
·         δυσκολία εκμάθησης της προπαίδειας

Οι δυσκολίες δεν έχουν καμιά σχέση με το νοητικό δυναμικό του ατόμου, που μπορεί να κυμαίνεται από φυσιολογικό έως πολύ υψηλό. Μάλιστα, βασική προϋπόθεση για τη διάγνωση της δυσλεξίας είναι η ύπαρξη φυσιολογικού, τουλάχιστον, νοητικού δυναμικού.
Το σημαντικό είναι πως τα παιδιά με δυσλεξία μπορούν να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν, με διαφορετικό, όμως, τρόπο διδασκαλίας. Επειδή τείνουν να σκέφτονται με εικόνες, χρώματα, ήχους και αισθήσεις, ο αφηρημένος κόσμος των γραμμάτων που βλέπουν στο χαρτί μπορεί να αποκτήσει νόημα μόνο όταν συνδυαστεί με έντονες νοητικές αναπαραστάσεις και όταν αποκτήσει βιωματική σημασία.

Εδώ κι έναν αιώνα περίπου πολλοί επιστήμονες είχαν ενδείξεις ότι η δυσλεξία οφείλεται σε νευρολογικά αίτια και ότι ανωμαλίες στις εγκεφαλικές λειτουργίες εμπόδιζαν τα άτομα με δυσλεξία να διαβάσουν ή να γράψουν.
Η ανάπτυξη της νευροψυχολογίας ανέδειξε στοιχεία σημαντικά σχετικά με τη λειτουργία του εγκεφάλου και του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Ο Samuel Orton (1937), από τους πρωτοπόρους στη μελέτη και την έρευνα της δυσλεξίας, υποστήριξε πως η ελλιπής κυριαρχία του αριστερού ημισφαιρίου, όπου βρίσκεται το κέντρο ελέγχου των γλωσσικών λειτουργιών, αποτελεί την αιτία των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα άτομα με δυσλεξία στην επεξεργασία της γλώσσας. Στη θεωρία που ανέπτυξε υποστήριζε ότι ενώ το αριστερό ημισφαίριο κανονικά πρέπει να ελέγχει και να αντιδρά σε οπτικά ή ακουστικά γλωσσικά ερεθίσματα, η παρεμβολή του δεξιού ημισφαιρίου δημιουργεί γλωσσική σύγχυση.
Από ιατρική άποψη, έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί πολλές θεωρίες σχετικά με τους παράγοντες που προκαλούν τη δυσλεξία. Η πρώτη θεωρία υποθέτει την ύπαρξη νευροανατομικών  αιτίων, αναπτυξιακών, δηλαδή, διαταραχών  στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου και ιδιαίτερα στη δομή του κροταφικού πεδίου, όπως παρατηρήθηκαν σε έρευνες ομάδας νευροψυχολόγων στη Βοστώνη. Μια δεύτερη θεωρία αποδίδει τη δυσλεξία σε νευροφυσιολογικές διαφορές. Μια τρίτη θεωρία εξετάζει το ρόλο γενετικών αιτίων στη δημιουργία των συμπτωμάτων της δυσλεξίας. Έρευνες με διδύμους έδειξαν ότι η δυσλεξία είναι κληρονομική διαταραχή που προσβάλλει τέσσερις φορές περισσότερο τα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια. Πιθανά γονίδια που ευθύνονται για δυσλεξία θεωρήθηκαν τα χρωμοσώματα 6, 15 και 16. Μια τέταρτη θεωρία υποστηρίζει πως οι δυσκολίες των ατόμων με δυσλεξία στο χειρισμό της γλώσσας οφείλονται στον αργό ρυθμό επεξεργασίας οπτικών μηνυμάτων και απομνημόνευσης της οπτικής εικόνας των λέξεων.
Ανεξάρτητα από τα αίτια που την προκαλούν, η δυσλεξία δημιουργεί διαφορές στον τρόπο αντίληψης του κόσμου, επεξεργασίας των ερεθισμάτων και μάθησης, οι οποίες συχνά οδηγούν σε ξεχωριστές μορφές έκφρασης και δημιουργίας.

Η διάγνωση της δυσλεξίας δεν είναι ούτε απλή, ούτε εύκολη διαδικασία. Αντίθετα, απαιτεί εμπειρία, εξειδίκευση και μεγάλη προσοχή και γι αυτό θα πρέπει να γίνεται από ομάδα ειδικών.

Διάγνωση της δυσλεξίας μπορεί να γίνει και με τη μέθοδο της εσφαλμένης οφθαλμοκίνησης. Ο καθηγητής της ιατρικής ψυχολογίας Γ. Παυλίδης παρατήρησε ότι οι περισσότεροι δυσλεξικοί παρουσιάζουν εσφαλμένες, ασταθείς οφθαλμοκινήσεις, που διαφέρουν σημαντικά από τις οφθαλμοκινήσεις των κανονικών αναγνωστών.

Στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται διάφορα διαγνωστικά εργαλεία, σταθμισμένα και μη, όπως το WISC (τεστ νοημοσύνης – σταθμισμένο), το CELF  (τεστ φωνολογικής συνειδητότητας – σε διαδικασία στάθμισης), και το ΑΘΗΝΑ (Ελληνικό τεστ – Πανεπιστήμιο Αθηνών).
Οι περισσότεροι ειδικοί έχουν επινοήσει και δικά τους εργαλεία για την ανίχνευση προβλημάτων στην ορθογραφία και ανάγνωση.

Η διάγνωση για δυσλεξία δεν είναι σκόπιμο να οριστικοποιείται πριν το παιδί φτάσει στην ηλικία των 9 ετών, τουλάχιστο, καθώς πρέπει να δώσουμε τα χρονικά περιθώρια να ωριμάσει το παιδί και να ολοκληρωθούν τα στάδια εξέλιξης των εγκεφαλικών περιοχών που είναι υπεύθυνες για τη γραφή και την ανάγνωση.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα προβλήματα των παιδιών με δυσλεξία δε διορθώνονται. Η δυσλεξία δεν είναι αρρώστια. Είναι διαφορετικός τρόπος επεξεργασίας πληροφοριών και κατά συνέπεια δεν υπάρχει μαγικό φίλτρο θεραπείας.
Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε πως τίποτα δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο. Οι μαθητές με δυσλεξία κι άλλες μαθησιακές δυσκολίες χρειάζονται σαφείς εξηγήσεις, συνεχείς επαναλήψεις και εξάσκηση ακόμη και σε λεπτομέρειες που μπορεί να φαίνονται απλές και αυτονόητες.


Γενικες οδηγιες
Σύμφωνα με τα πορίσματα  διεθνών ερευνών, τα βασικότερα από τα σημεία κλειδιά για την επιτυχή ενσωμάτωση των δυσλεξικών μαθητών στα κοινά προγράμματα της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι τα εξής:
                 
Διακριτική βοήθεια. Τοποθέτησε το δυσλεκτικό μαθητή σε μια θέση όπου μπορείς να ελέγχεις διακριτικά την εργασία του και να τον βοηθάς με μεγαλύτερη ευκολία.
Εξατομικευμένη βοήθεια. ΄Οποτε και όπου είναι δυνατόν αφιέρωνε λίγο χρόνο στο δυσλεξικό μαθητή σου, προσφέροντας έτσι εξατομικευμένη βοήθεια και διδασκαλία.
Περισσότερος χρόνος. Δίνε στο δυσλεκτικό παιδί περισσότερο χρόνο για την εκτέλεση γραπτής εργασίας και όταν αξιολογείς το έργο του, δίνε μεγαλύτερη σημασία στο περιεχόμενο, παρά στην εμφάνιση κειμένου.
Διόρθωση γραπτού κειμένου. Στη διόρθωση των γραπτών του μη χρησιμοποιείς έντονο χρώμα. Μια "κοκκινισμένη" σελίδα οδηγεί σε σύγχυση, σε συναισθήματα χαμηλής αυτοπεποίθησης κι όχι σε αισιοδοξία και πρόοδο. Διόρθωνα μόνο τα βασικότερα σφάλματα. Κάθε μικρή βελτίωση είναι καλύτερη από τη μαθησιακή στασιμότητα ή την οπισθοδρόμηση.
Περίληψη μαθημάτων. Ζήτησε από το μαθητή την περίληψη του μαθήματος κι όχι όλες τις λεπτομέρειες. Βάλε κάποιον από τους συμμαθητές του να τον βοηθούν με τις περιλήψεις, την αντιγραφή και την τήρηση σημειώσεων μέσα στην τάξη.
Ευκαιρίες για την αντιστάθμιση των δυσκολιών του. Φρόντισε να δίνεις ευκαιρίες που θα επιτρέπουν τη συμμετοχή του σε δραστηριότητες στις οποίες είναι ιδιαίτερα ικανός. Κάτι τέτοιο θα αντισταθμίσει τις μαθησιακές του δυσκολίες, θα βελτιώσει την εικόνα που έχουν οι άλλοι γι αυτόν και θ' αυξήσει την αυτοπεποίθησή του.
Ευανάγνωστο κείμενο. Το ευανάγνωστο κείμενο στον πίνακα βοηθά πολύ το δυσλεξικό μαθητή στην αντιγραφή και την κατανόηση.
Καθαρή και ήρεμη ομιλία. Φρόντισε να μιλάς καθαρά και ήρεμα, ώστε να αντιλαμβάνεται σωστά κάθε σου λέξη και οδηγία. Μην ξεχνας πως είναι πολύ ευαίσθητος στον πολύ δυνατό κι αυταρχικό τόνο ομιλίας.
Αξιολόγηση της προσπάθειας. Μη χρησιμοποιείς τα ίδια κριτήρια για όλους τους μαθητές. Ο καθένας έχει τις ιδιαιτερότητές του.
Συνεχής ενθάρρυνση. Φρόντισε να επαινείς κάθε προσπάθεια, ακόμη κι όταν τα αποτελέσματα είναι φτωχά. Ενθάρρυνέ τον, χωρίς να του καλλιεργείς ανταγωνιστική διάθεση για τους συμμαθητές του.

Βιβλιογραφία
-  Αθανασιάδη, Ε. (2001). "Η δυσλεξία και πώς αντιμετωπίζεται", Αθήνα Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
-      Μπάρδης, Π. (1998). "Μαθησιακές Δυσκολίες", Καρδίτσα: Αυτοέκδοση
-      Πόρποδας, Κ. Δ. (1997). "Δυσλεξία", Αθήνα: Αυτοέκδοση


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Θεσσαλών Κοινόν", τεύχος 3, 2012, σελ. 20-23.











ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ

Η ειδική διαπαιδαγώγηση είναι έργο του ειδικού παιδαγωγού, ο οποίος καταρτίζει ένα εξατομικευμένο παιδαγωγικό πρόγραμμα απόλυτα προσαρμοσμένο στις εκπαιδευτικές ανάγκες και τον προσωπικό ρυθμό μάθησης κάθε μαθητή, καλύπτοντας τις δυσκολίες και αξιοποιώντας τις ικανότητες του παιδιού. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιεί εξειδικευμένο υλικό.
Στόχοι του προγράμματος είναι η ανάπτυξη των γνωστικών ικανοτήτων του παιδιού (μνήμη, λογική σκέψη, συγκέντρωση) και η συστηματική αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών με την ανάπτυξη της γραφής, ορθογραφίας, ανάγνωσης και αρίθμησης.

Έτσι λοιπόν η ειδική διαπαιδαγώγηση απευθύνεται σε παιδιά με
  • Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (Δυσλεξία, Δυσαριθμησία, Δυσορθογραφία. Δυσγραφία, Δυσπραξία)
  • Νοητική Καθυστέρηση
  • Διαταραχές Λόγου
  • Αισθητηριακά ελλείμματα (πρόβλημα όρασης & ακοής)
  • Διαταραχές της Συγκέντρωσης και της Προσοχής (π.χ. ΔΕΠ-Υ)
  • Διαταραχές της Ανάπτυξης (π.χ. Αυτισμός ή σύνδρομο Asperger)
  • Δυσκολίες προσαρμογής
  • Δυσκολίες συμπεριφοράς
Η ειδική διαπαιδαγώγηση ενώ στοχεύει στην καλλιέργεια των δεξιοτήτων του γραπτού λόγου, παράλληλα διευκολύνει το παιδί και την οικογένεια με την εφαρμογή του προγράμματος οργάνωσης μελέτης, που έχει ως στόχο την αυτόνoμη και ανεξάρτητη μελέτη.

ΕΥΧΕΣ